WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mouth off vi phrasal informal (give your opinion loudly)λέω ανοιχτά την άποψή μου έκφρ
  λέω πολλά έκφρ
  (ένταση)φωνάζω ρ αμ
 The student got kicked out of class for mouthing off too much.
mouth off about [sth/sb] vi phrasal + prep informal (give opinion loudly)λέω ανοιχτά την άποψή μου για κτ έκφρ
  λέω πολλά για κτ έκφρ
  (ένταση)φωνάζω για κτ ρ αμ + πρόθ
  (αργκό: αρνητικό)κράζω ρ μ
 Brian was mouthing off about his lazy assistant, not realising she was standing behind him.
mouth off at [sb],
mouth off to [sb]
vi phrasal + prep
informal (be rude to [sb](καθομιλουμένη)βγάζω γλώσσα σε κπ έκφρ
  μιλάω με αγένεια σε κπ έκφρ
 Ava was grounded for mouthing off at her parents.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mouth off στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mouth off».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!